επίτροπος

επίτροπος
επίτροπος ο
церковный староста; мирянин, назначаемый настоятелем церкви и заботящийся о приходе

Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко). 2013.

Смотреть что такое "επίτροπος" в других словарях:

  • ἐπίτροπος — one to whom the charge of anything is entrusted masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επίτροπος — Το πρόσωπο που έχει αναλάβει τη διαχείριση των συμφερόντων άλλου προσώπου ή φορέα. Πρόκειται για τιμητικό λειτούργημα, συνήθως άμισθο. Ο ε. διαθέτει την εξουσία, συνήθως προσωρινή, για την εκτέλεση καθηκόντων που αφορούν τις υποθέσεις τρίτου,… …   Dictionary of Greek

  • επίτροπος — ο 1. αυτός στον οποίο ανατέθηκε η εκτέλεση ορισμένης εντολής (διοικητικής, διαχειριστικής, γνωμοδοτικής κτλ.), επόπτης, φροντιστής: Επίτροπος περιουσίας. 2. φρ., «επίτροποι ναού», πρόσωπα που έργο έχουν τη συντήρηση του ναού και τη διαχείριση των …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιτρόπως — ἐπίτροπος one to whom the charge of anything is entrusted adverbial ἐπίτροπος one to whom the charge of anything is entrusted masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίτροπον — ἐπίτροπος one to whom the charge of anything is entrusted masc/fem acc sg ἐπίτροπος one to whom the charge of anything is entrusted neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Эпитроп — (έπίτροπος). Под этим именем в греко византийском праве известны управители имуществом различных церковных учреждений, главным образом, церквей и монастырей, устроенных ктиторами (см.) и управляемых согласно типику (см.). Главной обязанностью Э.… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ἐπιτρόποις — ἐπίτροπος one to whom the charge of anything is entrusted masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτρόποισιν — ἐπίτροπος one to whom the charge of anything is entrusted masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτρόπου — ἐπίτροπος one to whom the charge of anything is entrusted masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτρόπους — ἐπίτροπος one to whom the charge of anything is entrusted masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτρόπων — ἐπίτροπος one to whom the charge of anything is entrusted masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»